Με φάρο παιδείας τον πολιτισμό, με φάρο παιδείας τα μάτια των ανθρώπων που είδαν και αγάπησαν σπλαχνικά – στο πέρασμά τους – αυτόν τον τόπο – ελπίζοντας – στο "Ευ" του Ευρίπου, στο "Ευ" του Ευβοϊκού στο "Ευ" αγωνίζεσθαι δημιούργησα τα ιστολόγια Ευβοείς Συγγραφείς και Ευβοέων Τέχνη.
Σωτήρης Λάμπρου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρίμπας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρίμπας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Το Βαπόρι // Γιάννης Σκαρίμπας


Το βαπόρι
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.


Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Γιάννης Σκαρίμπας // Γιώργος Οικονομίδης

Οι ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΚΟΝΤΑΡΟΜΑΧΟΙ ΤΟΥ ΕΓΡΙΠΟΥ
Γιάννης Σκαρίμπας

Χαρακτικά : Γιώργος Οικονομίδης 

1.


2.


3. 


4. 


5. 


Ψηφιοποίηση - Αρχείο : Σωτήρης Λάμπρου 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Γιώργος Οικονομίδης - Γιάννης Σκαρίμπας

Οικονομίδης Γιώργος – Giorgos Oikonomidis [1891-1958]





Γεννήθηκε στην Χαλκίδα. Ο πατέρας του διατηρούσε εργοστάσιο κατεργασίας καπνών στη Δρέσδη της Γερμανίας, γι’ αυτό σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανολόγος στο πολυτεχνείο της πόλης αυτής. Μετά το τέλος των σπουδών του το 1919, φοίτησε για δύο χρόνια (1921-1922) στην αρχιτεκτονική σχολή της Δρέσδης ενώ παράλληλα έκανε σπουδές ζωγραφικής και χαρακτικής στην ακαδημία της Δρέσδης.

1


 2


 3


4


5


Ψηφιοποίηση // Αρχείο : Σωτήρης Λάμπρου 


Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Ο θερμαστής

Γιάννης Σκαρίμπας, Ο θερμαστής

Εφ’ ω ετάχτηκ’ έκαστος –καθείς στο επάγγελμά του,
Σταφύλια κάνουν το κρασί κι ο Απρίλης τους λελέδες.
Και το βαπόρι (που όλο πάει και πάει –είν’ η δουλειά του)
κάνει στην μπάντα του –πουλιά- να πέτουν οι μηλαίδες.

Και κάτω συ –ένας Σατανάς με τρίαινα! Στις λάβες
καυτά στις φούχτες σου πηδάς τα γράδα του τριγύρου
κι ή τεθλασμένες αστραπών ξερνάς ή σπίθες μπλάβες,
με νωτιαίο σου μυελό –μιαν στήλην υδραργύρου…

Κάνει κανείς ό,τι του πάει. Κάνει η φωτιά τη στάχτη.
Σονέττα ο Κανελλόπουλος κι εσύ τα βάσανά σου.
Και στην καρδιά σου θερμαστή (καθείς εφ’ ω ετάχτη)
αυτήν σου την ηλεκτρικήν να μπήχτεις τρίαινά σου…

(Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 91, Ιούλιος 1962, σελ. 25)




Lacrimae hominis

Γιάννης Σκαρίμπας, Lacrimae hominis

Κι οι τελευταίοι περάσανε οι τόποι του ανέμου
το φύσημα και πού με πας ζωή-καράβι εσύ; 
το ερωτικό σπιτάκι της –να- εκεί Θεέ μου, Θεέ μου-
ακτή που απομακρύνεται σα χίμαιρα χρυσή!

Σαν να’ ταν χτες! Και να πως πάει στου χρόνου το μυστήριο
γη μακρινή τα χάδια της –και φως μαρμαρυγής-
ακόμα να, φαίνετ’ εκεί που εκάμψαμε –ακρωτήριο-
το τελευταίο της φιλί σαν άκρη ωραίας γης.

Ωραίας γης! Ενώ γυρτός γρικούσα τη μιλιά της
-τρίλλια του γρύλου ερωτική- και τώρα; ω τώρα αλί
βλέπω να σβένει αλαργινό λιμάνι η αγκαλιά της,
και το σπιτάκι της –ατμός νωθρός- μες στην αχλύ.

Τράβα λοιπόν, αφού με πας, τράβα ζωή-καράβι
γύρω θα πέφτει –καταχνιά- του χρόνου η σιωπή,
κι η αγάπη της –φάρος βαθιά- θα σβει μια και θ’ ανάβει
σαν μια κλωστή που ντώνει μια και μια πάει να κοπεί!...

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 2, σελ. 97)




Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Τὸ πλοῖο (Ὁ Τιτανικός)

Τὸ πλοῖο (Ὁ Τιτανικός), Γιάννης Σκαρίμπας

Ἐκεῖ, πρὸς τὶς γραμμὲς τοῦ Νότιου ἀπείρου
περήφανο ὡς λικνίζονταν τὸ πλοῖο
μὲ δυὸ γλαρὰ φουγάρα καὶ ὀνείρου
φῶτα χρυσὰ – ἡ Κυρία μ’ ἕνα βιβλίο,
στὸ χέρι ἐμελαγχόλει… Τί θεία ὥρα
στὰ βὰλς ποὺ ἡ σάλα ἀντήχει κι εἶχεν ἔβγει
μισή φωτιά, ἡ σελήνη!… Καὶ τί φιόρα
οἱ ἔξωμες μηλαῖδες καὶ τὰ ζεύγη,
ποὺ ὡραία στροβιλίζονταν. Ἡ μπάντα
ποὺ ἀνύποπτους σὲ μέθη αἰθέρια ἐώρει!
Καὶ ἡ Κυρία –ὤωω!…- ποὺ ἐκράτει πάντα
ἐκεῖνο τὸ βιβλίο… Τὸ βαπόρι
στὸ πέλαο ποὺ ἀγάλι ἔκανε κράτει…
Ὢ ἡ Κυρία, ἡ Κυρία αὐτὴ ἡ μοιραία
μὲ πάντα τὸ βιβλίο – τώρα – ὢ νάτη –
κρυφὰ τὸ σκᾶ ἀπ’ τὴν πόρτα κι εἶν’ ὡραία,
μὰ ὠχρή… Ἐνῶ τὸ πλοῖο πλέει (ἢ δὲν πλέει;)
τὸν πλοίαρχο κρατεῖ κι ἀχνὴ καὶ κρύα:
«Γροίκισα σὰν κάποιο τίναγμα…», τοῦ λέει.
– Μὰ βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…

«Ἑαυτούληδες», 1950

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

Ο Γλάρος

Ο ΓΛΑΡΟΣ, Γιάννης Σκαρίμπας

Ώρα καλή στου απείρου την καρδιά
γλάρε μου βραδινέ που φεύγεις – πλοίο,
μετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρά μου, ένα φωσάκι, ένα βιβλίο.

Πηγαίνεις εσύ… εγώ εκπεσμένο αλαργινό
αδέρφι σου νοσταλγικό, εδώ μένω∙
ένα βιβλίο, ένα φωσάκι – και πονώ –
μια καμαρούλα – αδέλφι μου υψωμένο.

Κι όλο πετάς. Ώρα καλή κι έχω δουλειά στο
χώμα εδώ που βρέθηκαν οι καημοί μου,
άσπρα να κάνω τα χρυσά μου τα μαλλιά
κι ύστερα να λυγίσω το κορμί μου.

Και πάω κοντά (μην απορείς και μην ρωτάς)
σιγανά θα φύγω, έχω δουλειά, γλάρε μου – πλοίο
ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς
σαν να ’σαι το ανοιγμένο μου βιβλίο…

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Το εισιτήριο


Γιάννης Σκαρίμπας

Νά 'ναι σα νά 'μουν έτοιμος. Και νά 'ναι
σα νά 'χω χάσει το εισιτήριο. Οι κάβοι
ν’ αφροκοπάν, κι οι αφροί να το κουνάνε
μεσ’ στους καπνούς του - όρνιο - ένα καράβι.

Κι εγώ να ψάχνουμαι εδώ χάμω. Κι όλο-όλο
το εισιτήριο να λέω συντρόφοι ωραίοι!...
Και να μην έρχεται μια βάρκα ως το μώλο,
να μη φαινώνται πουθενά οι βαρκαρέοι...

Οι βαρκαρέοι!... Το εισιτήριο!... Να τρέμει
- ζαγάρι εντός μου - η Χαλκίδα και τα όρη.
Κι εκεί να τόχουν συνεπάρει οι ανέμοι
μετέωρο - μες στις αχλές του - το βαπόρι...

Ω διάολε!... Όλα νά 'χουν χαθεί και νά 'χουν πάει
κι οι ανθρώποι δραπετεύσει από τους τόπους,
κι αυτό το πλοίο να τραβάει και να τραβάει
χωρίς μηχανικούς, χωρίς ανθρώπους...

Και χωρίς φώτα. Ακυβέρνητο! Και όλο
να χλιμιντράει στο χάος. Κι ως θα κλαίω
- κιόλας να ψάχνουμαι, να ψάχνουμαι στο μώλο
κι όλο για κείνο το εισιτήριο να λέω...

ΟΥΛΑΛΟΥΜ...


Γιάννης Σκαρίμπας

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά,
κι από τα δάσα...

Θάρθει αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει φώτα, ήλιο και βροχή
το νειο φεγγάρι...

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή 
κουβέντα:

...Πως-νά, θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ' έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και -τάχας- σύγνεφα θαμπά προς τη Σελήνη...

...................................................................

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωϊμένα–
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
 κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ’ αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω -στραβός- μες στα νερά;
κι εσύ κοντά μου...


Φωτογραφία : Παραλία Χαλκίδας






«Φαντασία»


Γιάννης Σκαρίμπα

Nα 'ναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλου σου πλατειά και φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά να χαιρετάει.

Kαι να 'ν' σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελά-τρελά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα —με γυάλινα πανιά— πλοίο που πάει
όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο που πέφτει εκτός:
όξ' απ' τον κύκλο των νερών — στα χάη.

Kι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ' από τόπους και καιρούς έως ότου —φως μου—
(καθώς τρελά θα χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' την τρικυμία αυτού του κόσμου…

[πηγή: Γιάννης Σκαρίμπας, Ουλαλούμ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1975, σ. 11]

Φωτογραφία : Γιάννης Μαλαντάρας




Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

Γιάννης Σκαρίμπας

Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά
-έτσι νάμαι-
με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Ναν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω,
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω.

Ναν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
-έτσι νάναι!-
και τα βράχια κατάπληχτα και τ' αστέρια μακριά
να κυττάνε...

Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές
-δίχως χάρη-
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μεσ' σε νύχτες βουβές,
το φεγγάρι.

...................................

Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό
-έτσι νάμαι-
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό,
να κοιμάμαι...


Γιάννης Σκαρίμπας