Με φάρο παιδείας τον πολιτισμό, με φάρο παιδείας τα μάτια των ανθρώπων που είδαν και αγάπησαν σπλαχνικά – στο πέρασμά τους – αυτόν τον τόπο ελπίζοντας στο "Ευ" του Ευρίπου, στο "Ευ" του Ευβοϊκού στο "Ευ" αγωνίζεσθαι δημιούργησα τα ιστολόγια Ευβοείς Συγγραφείς και Ευβοέων Τέχνη.
Σωτήρης Λάμπρου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουτσάς Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βουτσάς Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Wolf, Γιώργος Βουτσάς


Wolf

Αϋπνία...! Σιγά το νέο! Ας είναι καλά ο Matt Elliott στο καταπληκτικό του τραγούδι με τον τεράστιο τίτλο : “If Anyone Tells Me: It’s Better to Have Loved and Lost Than to Never Have
Loved at All; I Will Stab Them in the Face” και η συνήθεια που σε κάνει ανθεκτικό.

Όλα κοιμούνται.
Τρεμοσβήνουν τα φώτα της απέναντι ακτής.
Πού και πού ακούγεται ο ήχος αυτοκινήτου που κινείται αργά στον παραλιακό ,πιθανόν ζευγάρι που απολαμβάνει τη νύκτα, τη μουσική και τον έρωτα αργότερα.
Ανάβω τσιγάρο και κοιτάω το μισοάδειο ποτήρι με τη βότκα, μεγάλη γουλιά και κάθομαι αναπαυτικώτερα.
Ο Matt τραγουδάει τώρα στο 4.56 μετά την πιανιστική εισαγωγή, μετά πάλι πιάνο σε μια
μελωδία που σου ξεσκίζει τ'  άντερα...τον αντέχω όμως, είμαι συνηθισμένος σε τέτοια μουσικά χαρακίρια.
Το τσιγάρο έσβησε μόνο του! Τι μαλακία έχουν κάνει και αν δεν τα καπνίζεις για λίγο σβήνουν.
Το κοιτάω σκεπτικός...θα με σκοτώσει...μαζί με άλλους βέβαια στη συμμορία αλλά δεν το κόβω,
όσο πάει.
Γαυγίσματα και μια ομάδα σκύλων διαφεντεύει το παρκάκι και τη νύχτα.
Ελεύθεροι σε σημείο να τους ζηλεύεις...Κάποιο βγάζει φωνή λύκου...!
Θυμήθηκα τον... Jack Nicholson και ανατρίχιασα!
Πόσο με είχε γοητεύσει αυτή η ταινία! Τι να πρωτοθυμηθείς από το αριστούργημα!
Στο λόμπι του ξενοδοχείου, όταν ξαπόστειλε την γυναίκα του και η  Michelle Pfeiffer κοιτούσε πλαγίως, τάχα αδιάφορα, τη σκηνή, αλλά διέκρινες στο βλέμμα της την ικανοποίηση για την εξέλιξη και ένα αδιόρατο θαυμασμό για τον αγαπημένο της;
Είχε και άλλες γαμάτες σκηνές το έργο, όπως όταν τον απελευθέρωνε από τις χειροπέδες χρησιμοποιώντας μια φουρκέτα της...
Ο Matt τελείωσε για δεύτερη φορά εν τω μεταξύ...το βάζω replay...
Άλλη σκηνή σε 'κείνο το φοβερό έργο, εντυπωσιακή, ήταν η μονομαχία των δύο λύκων πλέον
και η κορύφωση η στιγμή που η Michelle τον ακολουθεί στο δάσος ...
Ο Matt  αρχίζει πάλι το τραγούδι στο 4,56 με την βαθειά του φωνή και με αποσπά λίγο,χαλάλι του...
Ακολουθεί στο δάσος λοιπόν τον Jack και τα μάτια της παίρνουν λυκίσια μορφή...
Συγκλονιστική ταινία!
Θα ήθελα να ήμουν ο ήρωας του έργου, λύκος δηλαδή  και να με ακολουθούσε ένα τέτοιο πλάσμα στη φύση!
Σιγά τη σκατά ζωή που κάνουμε οι άνθρωποι!
Τα ζώα αν δεν τα πετύχει ο κυνηγός ζούνε μια πιο φυσιολογική και όμορφη ζωή.
Ο Matt συνεχίζει το πιάνο του...13'.24''...μεγάλο κομμάτι!

Μέσα στο τραγούδι προς το τέλος συμπτωματικά ακούγονται ουρλιαχτά λύκων!
Έδεσε το σκηνικό! Κατεβάζω μια γερή γουλιά και ξανανάβω τσιγάρο...Παράξενη νύχτα!

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Τα παλιά τα τραίνα


Τα παλιά τα τραίνα, Γιώργος Βουτσάς 

Τα παλιά τα τραίνα, αυτούς τους μουτζούρηδες, τ' αγάπησα πολύ!
Από τη στιγμή που περίμενα να σταματήσουν εντελώς, ανεβαίνοντας με τύλιγε πέπλο μαγικό.
Δεν βιαζόμουν ποτέ να τακτοποιηθώ!
Απολάμβανα την κάθε στιγμή ακόμη και την αναζήτηση του κουπέ.
Να πω την αλήθεια το λάτρευα μισογεμάτο, αλλά και πάλι,
δεν δυσανασχετούσα στο στριμωξίδι.
Το ταξίδι το έβλεπα πάντα σαν την αρχή μιας περιπέτειας και στη φαντασία μου προβαλλόταν
σκηνές με ινδιάνους, με τα άλογα τους να καλπάζουν παράλληλα βγάζοντας πολεμικές ιαχές.
Μου άρεσε να ταξιδεύω το χειμώνα, να με κτυπάει ο παγωμένος αγέρας από το
μόλις κατεβασμένο, παραθύρι του διαδρόμου.
Αυτή η μυρωδιά του κόσμου, ανάκατη με τον καπνό της μηχανής, με μεθούσε στην κυριολεξία.
Πόσοι και πόσοι ήχοι!
Από τη φωνή του εισπράκτορα, προειδοποίηση για έλεγχο ή το πλησίασμα σε σταθμό,
έως τους ήχους της μηχανής και το σφύριγμα το προειδοποιητικό.

Προσπαθούσα να μένω ξύπνιος, αλλά ήταν πολύ ωραία
όταν έγερνα το κεφάλι κι αποκοιμώμουν, με όλα αυτά
να με νανουρίζουν σαν μικρό παιδάκι.



Φώτα γιορτινά

Φώτα γιορτινά, Γιώργος Βουτσάς 

Του άρεσαν πολύ οι γιορτές του χειμώνα, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά.
Από μικρό παιδί πάντα τις περίμενε με λαχτάρα.Τα δώρα,συνήθως φτωχικά.
Θυμάται ένα τσίγκινο κόκκινο πουλμανάκι με τα πρόσωπα των επιβατών κολλημένα στα παράθυρα.
Ήταν από εκείνα με τη "μούρη"μπροστά. Το είχε αγαπήσει και το παρακολουθούσε
απ'το πλάι να ξεπερνάει όλα τα εμπόδια από τις ζάρες στο πάπλωμα του κρεβατιού
ενώ αυτός έκανε με τη φωνή του το θόρυβο της μηχανής.
Τόσο του άρεσε το φτηνό πουλμανάκι που θυμόταν ότι ρώτησε τον πατέρα του...
-Μπαμπά θα έχω το πουλμανάκι για πάντα;
Εκεί έπαιζε μανιωδώς, δεν έλεγε να σηκωθεί!
Τα δώρα και τα φώτα λοιπόν!
Πόσο τον μαγεύανε οι  δρόμοι, οι κήποι, οι βεράντες, η παραλία που φώτιζαν
τη νύχτα πολύχρωμα, τόσο χαρούμενα!

Μεγαλώνοντας, ενήλικας πλέον, αυτή η λαχτάρα για τις γιορτινές μέρες δεν έλεγε να περάσει.
Λες και ζούσε όλο το χρόνο για αυτές τις ολοφώτιστες μέρες.

Περασμένα από καιρό τα εξήντα, με μια ζωή αρκετά μπερδεμένη βρέθηκε να
οδηγεί στο άγνωστο, λίγες μέρες μετά τις γιορτές.
Ψωφόκρυο αλλά ο κλιματισμός στο παλιοκαιρισμένο αμάξι δούλευε περίφημα!
Οδηγούσε αλλά κάτι τον ενοχλούσε! Απροσδιόριστο... Τελικά το βρήκε!
Ο δήμος είχε σβήσει τα λαμπάκια από τα δέντρα και τις κολόνες!
Είχε πρόωρα αφαιρέσει τη μαγεία από την μικρή επαρχιακή πόλη.
Τι κρίμα!
Η παγωνιά μπήκε στο αμάξι και στην ψυχή του.Βλαστήμησε τον άρχοντα και
συνέχισε τσαντισμένος τον δρόμο για το σπίτι.
Έκανε μια παράκαμψη για το λιμάνι, έτσι άσκοπα!
Στην στροφή ,αρκετά μακρυά ακόμη από το σπίτι τον περίμενε η έκπληξη!
Η πολύ ευχάριστη έκπληξη!
Δεν είχαν στο δρόμο αυτό, ξεστολίσει τίποτα! Τα φωτάκια στη θέση τους του
χαμογελούσαν και έπαιζαν χαρούμενα με τα συναισθήματα του!
Δεν έχασε καιρό και μόλις έφθασε στο τέλος του στολισμένου κι ολοφώτιστου
δρόμου έκανε μεταβολή και στο ρελαντί απολάμβανε το θέαμα, το απρόσμενο, αυτό
που μέχρι πριν λίγο το θεωρούσε τελειωμένο.
Ο άδειος δρόμος,με μια λεπτή γλίτσα απ'το ψιλόβροχο και η μαγεία των φώτων
τον έκαναν ευτυχισμένο!
Συνέχισε πάνω-κάτω, πάνω-κάτω μέχρι που έφθασε η βελόνα στο κόκκινο.
Τότε μόνο πήρε το δρόμο για το σπίτι...


Ζωγραφική : Γιώργος Βουτσάς 
( https://artistic-effort.blogspot.com )





Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

" Τιμή εισιτηρίου δραχμαί δύο δεκάραι ! "


" Τιμή εισιτηρίου δραχμαί δύο δεκάραι ! " , Γιώργος Βουτσάς 


" Εγώ, θυμάμαι, μικρός έπαιζα καραγκιόζη στην αυλή της γιαγιάς μου.
Οι θεατές, μικρά παιδάκια όλοι, οκλαδόν. Πού περίσσιες καρέκλες...!
Για οθόνη χρησιμοποιούσα ένα τελάρο που το κάλυπτα με άσπρο πανί.
Η προέλευση του προϊόν κλοπής από το σιδερόπανο της Μπέμπας, της μοδίστρας μάνας μου.
Ένα κομμάτι λοιπόν και το έκανα οθόνη. Τους ήρωες μου τους έφτιαχνα κάπως έτσι...
Έκοβα με ψαλίδι τις φιγούρες τους, όπου τις εύρισκα  και τις κόλλαγα
σε μαλακό χαρτόνι, από κουτιά που ζητούσα από το παντοπωλείο του Μήτσου του Αλατά.
Τις κολλούσα με αλεύρι, όπως φτιάχναμε και τους χαρταετούς.
Έστηνα λοιπόν το τελάρο σ'ένα παλιό τραπέζι και πίσω του άναβα συνήθως δύο κεριά.
Είχα κάποιο ταλέντο να μιμούμαι τις φωνές των ηρώων του Καραγκιόζη.
Φανταστείτε τώρα να βγαίνουν όλες αυτές οι αγριοφωνάρες από ένα παιδικό λαρύγγι !
Την παράσταση παρακολουθούσαν μέχρι και τα αδέσποτα γατάκια, που αφθονούσαν στο σπίτι μας. Είχε πολύ πλάκα!
Συνήθως, η παράσταση τελείωνε με άφθονο γέλιο και κέρασμα ξυλοπέπονα από την αποθήκη τις γιαγιάς μου που έτρεφε κατσίκες και όχι μόνο.
Είχε κουνέλια, κότες, κοκόρια και δεν θυμάμαι τι άλλο ζωντανό.
Τώρα, το "κλου" της όλης υπόθεσης ήταν η πληροφόρηση των παιδιών
του Καράμπαμπα για το γεγονός της παράστασης!
Είχα λοιπόν τελάλη! Τον φιλαράκο μου τον Βαγγέλη τον Φρατζεσκάκη !
Έβγαινε στους δρόμους, παίρνοντας τους έναν-έναν και φώναζε το αμίμητο!...
"Απόψε στου Γιώργου του Βουτσά θα παιχτεί Καραγκιόζηηηης!
Τιμή εισιτηρίου δραχμαί δύο δεκάραι !!! "

Αξέχαστες παιδικές εποχές!


Ζωγραφική : Γιώργος Βουτσάς 



Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Ο γλάρος

Ο γλάρος - Γιώργος Βουτσάς

Κατέβηκε τα σκαλοπάτια αργά,
αναπνέοντας βαθειά την ηρεμία του χώρου
και κάθησε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο
με θέα τον ωκεανό.

Μόνος λοιπόν, ελεύθερος!
Μπορούσε επιτέλους να μιλήσει διεξοδικά
με τον εαυτό του για μια φορά.
Τον ξεμονάχιασε τον φυγάδα
που του γλυστρούσε σαν χέλι.

Το τοπίο τον βοηθούσε να συγκεντρωθεί
και να σκεφτεί ήρεμα,
να υποβάλλει τις ερωτήσεις
και να έχει επιτέλους
κάποιες απάντηση με συνειρμό.

Μετά το βουιτό της πόλης,
την καθημερινότητα της επιβίωσης,
αυτό που απολάμβανε σήμερα
ήταν κάτι απρόμενο,ένα δώρο,
το όφειλε στον εαυτό του.

Ο γλάρος βούτηξε αστραπιαία στο νερό,
αναδύθηκε με την λεία στο ράμφος του
και προσγειώθηκε στην παραλία
ανάμεσα στα φύκια και στο αφροκύμα.

Θαύμαζε πάντα το πέταγμα του γλάρου!
Το παρομοίαζε με την ελευθερία...

Γενναριάτικο φεγγάρι

Γενναριάτικο φεγγάρι
(Γιώργος Βουτσάς)

Οι άνθρωποι
τα ζώα και τα πουλιά
έφυγαν.

Άλλοι για τα κονάκια τους,
τους περίμεναν,
τ'αγρίμια στις σπηλιές,
τα πουλιά στις φωλιές τους.

Έμεινε μόνος
στη μέση του δάσους
με παρέα του
το γενναριάτικο φεγγάρι.

Κρύωνε...

Άνω Βροντού Σερρών - Χειμώνας '78

Άνω Βροντού Σερρών - Χειμώνας '78
(Γιώργος Βουτσάς)

στρατιωτικός γιατρός αποσπασμένος 
στο φυλάκιο της Άνω Βροντούς Σερρών


Άγρια νύχτα!

Αγέρας παγωμένος,
το χιόνι πυκνό
και με τους λύκους
στις παρυφές του χωριού.

Σκιάχτηκα !

Ήταν καλά μέχρι τότε,
μεταμεσονύχτι,
στο μικρό καφενείο
του ορεινού χωριού.
Η ξυλόσομπα κορωμένη,
το βρώμικο τραπέζι,
οι μεζέδες,το κονιάκ,
τα χαρτιά...
ο Τσιτσάνης.

Οι μπότες βυθίζονταν
στο φρέσκο από τη θύελλα χιόνι,
ωχροκίτρινο
κάτω από το μικρό
ξεχάρβαλο φανάρι,
που έβγαζε μοναδικούς,μοναχικούς ήχους
απ τον τρελό αγέρα.

Δωμάτιο μικρό, κρύο
το ίδιο και τα σκεπάσματα!

Παγωνιά!

Κοίταξα για ξύλα
πανάθεμα ούτε ένα!

Θα τους ξύπνησα,
σίγουρα,
κόβοντας μερικά κούτσουρα
απ αυτά της αυλής, τα βρεγμένα.
Παράξενη αίσθηση,
να κόβεις ξύλα τέτοια ώρα!
Οι κτύποι,
τα ξυλιασμένα χέρια,

σα να μην είσαι εσύ !

Άναψαν δύσκολα...
Δέ με παιρνε ύπνος
και άρχισα να γράφω!
Ζέσταινε λίγο-λίγο
η φωτιά το σώμα
και το γράψιμο την ψυχή!

Άπατρις

Άπατρις - Γιώργος Βουτσάς


Την έχω ακουστά
μα δεν την γνώρισα ποτέ.
Λένε πως ειναι άσχημη,χλωμή,
ξεδοντιάρα με ασκίτη!

Ερχεται αθόρυβα,ύπουλα,
και όπου σαν σύμβουλος στάθηκε
τα τίναξε όλα στον αγέρα!

Μιλούν γι αυτήν αόριστα
κανείς την σήμερον στην πόλη
δεν πιστεύει στον ερχομό της.

"είναι αλλού αυτή αραγμένη
δεν κανει τον κόπο
να ρθει προς τα 'δώ"

"μήν είσαι απόλυτος φίλε
η πείνα δεν έχει πατρίδα!"

Λύκος

Λύκος - Γιώργος Βουτσάς

Στο υγρό τοπίο της πόλης του βορρά
τα πρωινά τουρτουρίζοντας σε μιά γωνιά για την μπουγάτσα,
κοιτώντας αδιάφορα έξω τους πρωινούς διαβάτες.
Κάποιοι με το τσιγάρο ήδη στο στόμα,
δεν ξεχώριζες τον καπνό η την παγωμένη τους αναπνοή.

Μαζί μου παρέα δυό τσάντες
μια της δουλειάς και η άλλη της σχολής.
Το δίλλημα από που ν' αρχίσω
πάντα ήταν ένα πρόβλημα,
πάντα ξεκινούσα με δυσφορία.

Πώς άντεξα;

Οι βιτρίνες της Τσιμισκή σειρήνες,
υποσχέσεις για το μέλλον,
έφερναν μια κάποια ισορροπία στο μέσα.
Στο βάθος η ελπίδα για ένα καλλίτερο μέλλον,
σαν το λεωφορείο της γραμμής
μετά από αναμονή με ψιλόβροχο.

Η παγίδα του μέλλοντος
ήταν καλά στημένη για μένα,τον ανυποψίαστο.
Ετσι που τότε θα έλεγα  να ήμουν ζώο
με υψηλή διαίσθηση κινδύνου...

λύκος ας πούμε.

Το ουζερί του Σωκράτη

Το ουζερί του Σωκράτη 
(Γιώργος Βουτσάς)

Δροσερό αεράκι
και καυσαέριο,
στο βάθος το Κουρέντι και η  θάλασσα
αλλά εμείς σταθεροί
πάντα έξω!

Χαζεύαμε τους περαστικούς,
τα βλέμματα κυρίως
στα όμορφα κορμιά
και στους περίεργους.

Σπέσιαλ λιαστό χταποδάκι,
σωλήνες,σαγανάκια,
φέτα τηγάνι,τσίρος
και μπύρα Κάισερ.

Συζητήσεις...
ακατάλληλες συνήθως για το χώρο.
Φιλοσοφία,ποίηση
αλλά και τα ταξίδια
του Θανάση του ορειβάτη,
στα Θιβέτ και στις Άνδεις.

Αγαπημένος τόπος συνάντησης
το ουζερί του Σωκράτη
για χρόνια...
μέχρι που αρρώστησε,
το παράτησε
και το γκρέμησαν!

Στη θέση του άνοιξε...
φαρμακείο!
Αν είναι δυνατόν!

Περνάω από μπροστά του
μ ένα κόμπο
πάντα στο λαιμό.


Το φύκι

Το φύκι - Γιώργος Βουτσάς

Το παρατηρούσα αδιάφορα,
μια χανόταν
μια ερχόταν προς το μέρος μου,
χωρίς ανθρώπινες τσιριμόνιες,
φύκι αυτό,
το θαλασσινό νερό η κινητήριος δύναμη του,
δεν έλεγε να φύγει!

Με τρόμο διαπίστωσα
ότι ήταν η μοναδική μου παρέα
αυτό, η θάλασσα και τα βράχια.


Αφιερωμένο στον Σωτήρη Λάμπρου

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Χάρτινα Καραβάκια

Χάρτινα Καραβάκια, Γιώργος Βουτσάς


Τα Φθινοπωρινά Κυριακάτικα
απομεσήμερα
συνηθίζαμε να πηγαίνουμε
ένα περίπατο με τον πατέρα.

Του έδινα με εμπιστοσύνη
το χεράκι μου
και άφηνα να με οδηγεί.

Πολύ όμορφο και συνάμα άγριο
τότε
το τοπίο στις  "Ροδιές".

Σχηματισμοί βράχων μέσα στη θάλασσα
και στην παραλία,

πολλές μικρές ζεστές λιμνούλες.

Ο φίλος ήλιος αντανακλούσε
στις επιφάνειες
και το δροσερό αγέρι
θύμιζε τη λυτρωτική αγάπη
της φύσης!

Εκεί παίζαμε και κάναμε μπάνιο,
μικρά παιδιά, με ασφάλεια
και γλιτώναμε με εκείνο το
" μην πάτε στα βαθιά θα πνιγείτε! "

Τσαλαβουτούσαμε σαν μικρά καβουράκια!

Μα τώρα το καλοκαίρι πέρασε
και με τον πατέρα κάναμε άλλα πράγματα.

Φτιάχναμε μικρά χάρτινα καραβάκια
τα ρίχναμε στο νερό
και χαρούμενοι
τα βλέπαμε να απομακρύνονται...

Κάποια στιγμή
τα χάναμε από τα μάτια μας.

Άλλα γιατί άντεχαν και συνέχιζαν το ταξίδι
και άλλα γιατί διαλύονταν στο νερό...

Ακριβώς όπως και οι ζωές μας...


Στην μνήμη του πατέρα μου Μάρκου.

Απ' την Ποιητική Συλλογή :
Χάρτινα Καραβάκια, 2018





Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Καταιγίδα

Καταιγίδα - Γιώργος Βουτσάς


Σφάλισε δύσκολα τα παράθυρα,
μαντάλωσε την πόρτα.
Ο αγέρας λυσομανούσε,
οι σάλπιγγες της καταιγίδας ήχησαν.

Ο κόλπος φαινομενικά
ήταν προφυλαγμένος,
αλλά έπρεπε να πάρει
κάθε μέτρο.

Ένοιωσε το σπίτι
να τραντάζεται από το κακό.
Πλεούμενα χάθηκαν,
προσευχήθηκε για τους ανθρώπους.

Παντελώς ανίσχυρος...

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Καθαρό πουκάμισο

Καθαρό πουκάμισο - Γιώργος Βουτσάς


Χαλεποί καιροί,
μέρες που δεν προλαβαίνεις
να μετράς τις απώλειες.

Προσπαθείς να σταθείς όρθιος,
να μην γονατίσεις.
Κραυγάζεις...
αγάντα! αγάντα ρε ! αγάντα!

Σιγή !

Όλοι οι σύντροφοι νεκροί
πάνω στο ασημένιο από τη δροσιά χορτάρι
και εσύ,
μόνο τότε,
ανοίγεις το πουκάμισο
να μην το λερώσει η σφαίρα.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Τα ζώα ασφαλή

Γιώργος Βουτσάς - Τα ζώα ασφαλή


Κρύος αγέρας, μολυβιά σύννεφα,      
τα πουλιά χαμηλά,
προμηνύονταν θύελλα
κι αυτός
στον αγριότοπο μόνος.


Τα ζώα ασφαλή στη στάνη
με τροφή και νερό,
τα σκυλιά κι ο παραγιός στην αγρύπνια.


Η ώρα της επιστροφής,
μακρύς ο δρόμος,
ζύγωνε η νύχτα.
Κραυγές θηρίων στις πλαγιές
θα τρόμαζαν άλλον, μα όχι αυτόν.


Τα στοιχεία της φύσης
συνωμότησαν,
βλαστήμησε κι άνοιξε το βήμα.
                             
Τον μούσκεψε ο ουρανός
μα...να ένα δέντρο,
κατέφυγε σ' αυτό.

Τότε θυμήθηκε...
                                                                      
"σε καταιγίδα ποτέ κάτω από μόνα
εκτεθειμένα δέντρα".


Δεν τελείωσε τη σκέψη του,
έπεσε κεραυνοβολημένος.

Η θύελλα συνέχισε να μαίνεται.

Τα ζώα ασφαλή...

Το σπίτι στην ανηφοριά

Το σπίτι στην ανηφοριά  - Γιώργος Βουτσάς


Ο δρόμος τώρα έχει άσφαλτο,
η ανηφοριά δεν σε κουράζει τόσο,
ούτε τα παπούτσια σου γεμίζουν σκόνη
απ αυτή που τον κάλυπτε παλιά.


Ο στύλος με το παλιό φανάρι
υπάρχει ακόμα,
εκεί που κρεμούσαμε τα φιδάκια
για να τρομάζουμε
τους νυκτερινούς διαβάτες,
που γύριζαν
αποκαμωμένοι απ το μεροκάματο.

Ο Βαγγελης,ο Κωστας,ο Μιχάλης
ήταν η παρέα μου,
σκέτοι μικροδιάβολοι 
αλλά πρέπει να πω ότι
το διασκεδάζαμε.

Τα πλαϊνά του δρόμου
με τις μαργαρίτες,
έχουν γίνει πεζοδρόμια
τίγκα στο αυτοκίνητο.

Το παλιό γραφικό γεφυράκι
που από κάτω του περνούσαν
τα βρόχινα νερά,
ένας μικρός χείμαρρος,
μπαζώθηκε κι αυτό
και από πάνω του βάναν και ένα εικονοστάσι !

Φυσάει λίγο,
αλλά η εξάτμιση από μια σακαράκα
που ανεβαίνει ασθμαίνοντας,
με εμποδίζει να αναπνεύσω
το εσπερινό αγεράκι.

Η πόρτα στρίγγλισε στο άνοιγμα,
παραμέρισα τ αγριόχορτα
και ανέβηκα σιγά-σιγά τα σκαλιά
με τα σπασμένα μάρμαρα.

Ο γάτος σκιάχτηκε
νιαούρησε άγρια και εξαφανίστηκε
στο ανοιχτό υπόγειο.

Κάθισα σε μια μισοσπασμένη καρέκλα
στο μπαλκόνι...

" να σου ψήσω ένα καφεδάκι παιδάκι μου;"
" ναι μάνα φτιάξε
έχω πολύ διάβασμα απόψε "
" διάβασε όσο αργά θέλεις
αλλά μην καπνίζεις τόσο πολύ
είσαι μικρό παιδί ακόμη ! "
Από το καθιστικό ακούστηκε ο γέρος
" ας το παιδί ήσυχο ρε Μπέμπα
εσύ θα του πεις τι θα κάνει;"

Ακόμα καπνίζω αρκετά...
Είχα καιρό να έρθω
στο άδειο από ανθρώπους
πατρικό μου.

Η κατηφόρα φεύγοντας
ήταν εύκολη,
όπως όλες οι κατηφόρες.


Στη μνήμη των γονέων μου.

Από την ποιητική συλλογή ¨ Με την πένα και τον χρωστήρα "

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μπαρμπέρης


 Ο μπαρμπέρης - Γιώργος Βουτσάς

Τα βράδια η κούραση βαριά,
του παρέλυε τα μέλη.
Ολημερίς ορθοστασία
γύρω από μια πολυθρόνα,
τα βήματά του "γραμμένα"
στα μαυρόασπρα πλακάκια.

Σχολαστικά φρόντιζε  τις κόμες,
τι ήχος και αυτός
του ψαλιδιού,
σαν έκοβε τις τρίχες τις περίσσιες
γεμίζοντας με τούφες τη λευκή πετσέτα.

Γύρω-γύρω από την πολυθρόνα,
σαν γλύπτης σε δύσκολο μάρμαρο
με το θανατηφόρο δυνητικά ξουράφι,
πελεκούσε φαβορίτες, μουστάκια, γενάκια.
Στο τέλος, πάντα με ένα βήμα πίσω,
έλεγχε το αισθητικό αποτέλεσμα.

Φτωχοί, μεροκαματιάρηδες
αλλά και πλούσιοι οι πελάτες,
άλλοι καλοπλήρωναν, άλλοι βερεσέ,
η δουλειά πάντα ίδια.
Α !  'Ολα κι όλα !

Καλλιτέχνης στα κεφάλια ο πατέρας,
τελείωνε πάντα τη δουλειά
με άφθονη φθηνή κολόνια
και με το κλασσικό πια
"με τις υγείες σας !"

Από την ποιητική συλλογή
Με την πένα και τον χρωστήρα
"Σκιές"

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Το Λούνα Παρκ


Το Λούνα Παρκ - Γιώργος Βουτσάς

Δεν είχα και πολλά κέφια και ξεκίνησα για το σπίτι,
πήρα τον κατήφορο για να βγω στην παραλιακή.
Απ' το παράθυρο παρέα η δροσιά του Σεπτέμβρη,
του μήνα που αγαπώ πιο πολύ απ' όλους τους μήνες.

Κάτι όμως στην παραλία είχε αλλάξει.
Δεν ήταν η ερημιά της ώρας,
ούτε η μοναξιά των ευκαλύπτων που έγερναν
με χάρη από το χάιδεμα του αγεριού.

Μου πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσω
ότι τα κοντέινερ στην άκρη του δρόμου στη σειρά,
ήταν φορτωμένα με το Λούνα Παρκ
που έφευγε για άλλα μέρη.

Τα αλογάκια, οι βαρκούλες, το τραινάκι,
τα καθίσματα απ' τις περιστρεφόμενες κούνιες,
όλα πλέον, είχαν στριμωχτεί στις μεγάλες καρότσες
σχεδόν δεν μπορούσαν να ανασάνουν.

Πόσο γρήγορα πέρασε το καλοκαίρι!
Πόσο γρήγορα φεύγει και το Λούνα Παρκ!

Σαν να έχασε από ομορφιά  η παραλία.
Οι φωνές των παιδιών, τα πολύχρωμα φώτα,
τα τραγούδια απ' τα μεγάφωνα
τώρα πάνε...
Θα σε περιμένουν με λαχτάρα  τα παιδιά
να έρθεις πάλι Λούνα Παρκ
το επόμενο καλοκαίρι.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

Σομμ

Σομμ - Γιώργος Βουτσάς

Μη φοβάσαι Μάικ,
μαζί θα ανεβούμε απ' το χαράκωμα,
αψηφώντας - ή κάνοντας πως -
τις σφαίρες.

Μη τις φοβάσαι,
πες πως είναι μελισσούλες,
άκου τες!

Δε θα σε αφήσω να πέσεις,
θα σε στηρίξω με όση δύναμη έχω,
εκτός
εάν με τσιμπήσει εμένα η μελισσούλα
και ξέρεις
είμαι αλλεργικός στο τσιμπημά τους,
συγχώρα με τότε αν πέσω πρώτος.

Σ' αυτό τον παραλογισμό,
όσο και αν συλλογίστηκα,
δεν κατόρθωσα να βγάλω
έστω ένα
λογικό συμπέρασμα,
καλέ μου φοβισμένε σύντροφε.

(Σομμ = Το χειρότερο πεδίο μάχης χαρακωμάτων (1916) κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο)